ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΜΕΘΟΔΟΥΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΥΠΝΟΥ

 

Ορισμένες τεχνικές που έχουν δημοσιευτεί τις τελευταίες δεκαετίες και έχουν διαβαστεί και εφαρμοστεί αρκετές φορές από οικογένειες με μικρά παιδιά είναι οι τεχνικές του “ελεγχόμενου κλάματος” ή αλλιώς της “εκπαίδευσης στον ύπνο”. Πρόκειται για μεθόδους κατά τις οποίες οι γονείς τοποθετούν το βρέφος στην κούνια του για ύπνο και όταν αυτό κλάψει και τους ζητήσει, το αφήνουν για ολοένα και αυξανόμενο χρονικό διάστημα πριν του προσφέρουν την παρουσία τους και την παρηγοριά που αναζητά.


Τα βιβλία με τις τεχνικές αυτές δεν έγιναν δημοφιλή επειδή λένε αλήθειες, αλλά επειδή απενοχοποιούν τους γονείς που έχουν επιθυμήσει ένα συνεχόμενο νυχτερινό ύπνο. Με τη συνήθη δικαιολογία να είναι η μαμά ξεκούραστη για να φροντίζει επαρκώς

ekpypn.jpg

το μωρό, εφαρμόζονται τεχνικές που δεν έχουν καμία επαφή με την κατανόηση της ανθρώπινης βιολογίας και του βρεφικού ύπνου και που όσο περνάει ο καιρός μελετάται και επιβεβαιώνεται η αρνητική επίδραση που έχουν στην ψυχολογία και τη σωστή συναισθηματική ωρίμανση του παιδιού.

Τα βρέφη από την ηλικία των 8 μηνών αντιμετωπίζουν άγχος αποχωρισμού από τους γονείς, το οποίο διαρκεί μέχρι να καταλάβουν ότι οι γονείς θα επιστρέφουν κάθε φορά που φεύγουν, κάτι που πιθανόν να παραταθεί και λίγο μετά τα 2 πρώτα χρόνια ζωής. Κάθε φορά που τα μωρά κοιμούνται αντιμετωπίζουν την προσωρινή απώλεια του γονέα,  συνεπώς και την προσωρινή απώλεια της ασφάλειας τους.  Αυτό οδηγεί σε κορύφωση του άγχους αποχωρισμού και έντονο στρες αν οι γονείς δεν ανταποκριθούν άμεσα. Επίσης, τα μωρά δεν έχουν την αίσθηση του χρόνου, όπως οι ενήλικες. Ακόμα και ένα λεπτό έντονου κλάματος και άγχους, μπορεί για αυτά να φανεί αιώνας.

Το να αφήνουμε ένα βρέφος που έχει έντονο το άγχος αποχωρισμού από το γονέα, να κλαίει για να κοιμηθεί προκειμένου να μην κακομάθει στην αγκαλιά μας, οδηγεί σε συναισθηματικά προβλήματα, μπλοκάρισμα των νευρώνων που καθορίζουν την ανάπτυξη του προμετωπιαίου λοβού και απελευθέρωση μεγάλων ποσοτήτων κορτιζόλης, η οποία αποτελεί την ορμόνη του στρες και έχει βρεθεί αυξημένη στο σάλιο των βρεφών που υπέστησαν αυτή τη μέθοδο ακόμα και τρεις μέρες μετά. Η κορτιζόλη μπορεί να οδηγήσει σε δυσλειτουργία πολλά συστήματα του οργανισμού, ακόμα και σε καταστροφή νευρικών συνάψεων. 

Τα μωρά που τελικά σταμάτησαν να κλαίνε ως αποτέλεσμα εφαρμογής των μεθόδων “ελεγχόμενου κλάματος” δε σταμάτησαν επειδή εκπαιδεύτηκαν να κοιμούνται, αλλά επειδή απελπίστηκαν, καθώς διαπίστωσαν ότι το κλάμα τους, ο μόνος τρόπος επικοινωνίας μαζί μας, είναι μάταιο και δεν έχει αποτέλεσμα. Διδάσκονται, λοιπόν, όχι να αυτορυθμίζονται, πράγμα που δεν υφίσταται στη βρεφική ηλικία, αλλά να μην αναζητούν και να μην περιμένουν βοήθεια και υποστήριξη όταν τη χρειάζονται. Έτσι, μακροπρόθεσμα αποδυναμώνονται τα συστήματα δεσμού και προσέγγισης μεταξύ γονιών και παιδιών, αλλά και οι μετέπειτα σχέσεις που θα δημιουργήσουν.

 

Ο ύπνος είναι μια φυσική διεργασία, η οποία ανάμεσα στα 2-4 έτη, ίσως και νωρίτερα σε ορισμένα παιδιά, σταθεροποιείται. Δε χρειάζεται να υποβάλλουμε τα παιδιά μας και τους εαυτούς μας σε τόσο ψυχοφθόρες και επικίνδυνες ψυχολογικά διαδικασίες. Καμία μέθοδος που έχει δημιουργηθεί για να κοιμούνται οι γονείς καλύτερα τη νύχτα δε θα πρέπει να γίνεται σε βάρος των ψυχικών, συναισθηματικών και αναπτυξιακών αναγκών των παιδιών.

Παναγιώτα Χαϊκάλη

Παιδίατρος